Technische Universität München

The Entrepreneurial University

 
Οι αναβολικοί παράγοντες είναι χημικά συστατικά ικανά να ενισχύσουν την αναβολική διεργασία στον οργανισμό. Επηρεάζουν το μεταβολισμό των πρωτεϊνών διεγείροντας την πρωτεϊνοσύνθεση (αναβολική επίδραση) και αναστέλλοντας τη διάσπαση των πρωτεϊνών (αντικαταβολική δράση).
Οι δραστικές αναβολικές ουσίες που περιλαμβάνονται στον Απαγορευμένο Κατάλογο του 2008 υποδιαιρούνται στην ομάδα των αναβολικών ανδρογόνων στεροειδών και στην ομάδα των άλλων αναβολικών παραγόντων. 

Αναβολικά ανδρογόνα στεροειδή (AAS)
Η ομάδα των αναβολικών ανδρογόνων στεροειδών (AAS) περιλαμβάνει την ενδογενώς παραγόμενη τεστοστερόνη, τη διυδροτεστοστερόνη (DHT), προορμόνες τεστοστερόνης και τους μεταβολίτες τους καθώς και εξωγενή αναβολικά ανδρογόνα στεροειδή, τα οποία είναι συνθετικά παράγωγα της τεστστερόνης.
Η τεστοστερόνη είναι η κύρια ανδρική ορμόνη και αποτελεί ταυτόχρονα και αναβολικό και ανδρογόνο στεροειδές. Συντίθεται από χοληστερόλη στα κύτταρα Leydig των όρχεων ενώ μικρές ποσότητες τεστοστερόνης εκκρίνονται επίσης από τις ωοθήκες και τα επινεφρίδια.  Η DHT είναι ένας ενεργός μεταβολίτης της τεστοστερόνης ενώ εμφανίζει και ανδρογόνο δράση σε μερικούς ιστούς. Η δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA), η ανδροστενδιόνη και η ανδροστενδιόλη αποτελούν στεροειδή που σχηματίζονται στην πορεία της βιοσύνθεσης της γεννητικών ορμονών και είναι πρόδρομες ορμόνες της ενδογενούς παραγωγής της τεστοστερόνης και των οιστρογόνων. Αυτά τα πρόδρομα στεροειδή είναι ασθενή ανδρογόνα και εκκρίνονται κυρίως από τα επινεφρίδια και στα δυο φύλλα. Παρέχουν μια δεξαμενή κυκλοφορούντων στεροειδών που μπορούν να μετατραπούν σε δραστικά ανδρογόνα και οιστρογόνα στους περιφερειακούς ιστούς.
Η τεστοστερόνη δεν ασκεί κάποια ιδιαίτερη επίδραση στο ανθρώπινο σώμα εάν χορηγηθεί από το στόμα ή παρεντερικά διότι η ορμόνη μεταβολίζεται ταχύτατα από το ήπαρ και θα πρέπει να τροποποιηθεί χημικά ώστε να παραχθούν κλινικά χρήσιμα παρασκευάσματα. Επιπρόσθετα, ο θεραπευτικός δείκτης της τεστοστερόνης ισούται με 1 που σημαίνει ότι υπάρχει ομοιότητα στην αναλογία μεταξύ αναβολικών και ανδρογόνων επιδράσεων. Τα συνθετικά AAS, διαμορφώνονται έτσι ώστε να επιβραδύνουν τη διαδικασία ορμονικού καταβολισμού και επίσης να διαχωρίζουν τις ανδρογόνες από τις αναβολικές επιδράσεις έτσι ώστε να διατηρείται μόνο η αναβολική δράση ενώ οι ανδρογόνες παρενέργειες να μειώνονται στο ελάχιστο. Οι κύριες τροποποιήσεις του μορίου της τεστοστερόνης είναι η αλκυλίωση στη 17α-θέση (χρήση σκευασμάτων από το στόμα) και η εστεροποίηση στη 17β-θέση (παρεντερική χρήση σκευασμάτων).  

Άλλοι αναβολικοί παράγοντες
Η ομάδα των άλλων αναβολικών παραγόντων περιλαμβάνει διάφορες εξωγενείς ουσίες με αναβολικές παρενέργειες – κλενβουτερόλη, ζιλπατερόλη, ζερανόλη, τιμπολόνη. Η κλενβουτερόλη είναι ένα δραστικό βρογχοδιασταλτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του άσθματος. Η ζερανόλη είναι ένα μυκητοοιστρογόνο με μη-στεροειδή δομή συντιθέμενο από μύκητες (είδος fusarium) που είναι συνήθως μολυσματικοί κόκκοι. Η τιμπολόνη είναι ένα συνθετικό στεροειδές που συνδυάζει τις ιδιότητες των οιστρογόνων, της προγεστερόνης και των ανδρογόνων. Οι εκλεκτικοί ρυθμιστές των υποδοχέων των ανδρογόνων (SARMs) αποτελούν καινούργιες μη-στεροειδείς ουσίες σε αρχικά ακόμη στάδια της κλινικής εξέλιξης.
drucken