Technische Universität München

The Entrepreneurial University

 
Στον αθλητισμό, η εξωγενής λήψη διαφόρων ορμονών στοχεύει κυρίως να επιτύχει τα αναβολικά αποτελέσματα από την άμεση δράση της ορμόνης ή από την υποκίνηση της παραγωγής τεστοστερόνης. Ως αποτέλεσμα, οι ορμόνες επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα κατά αντίστοιχο τρόπο με τα αναβολικά-ανδρογόνα-στεροειδή όπως διαπιστώνεται από την επιθετική και βίαιη συμπεριφορά.  Η ανθρώπινη αυξητική ορμόνη (hGH) εκκρίνεται από τα σωματοτροπικά κύτταρα που εδρεύουν στον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης κάτω από τον έλεγχο δύο υποθαλαμικών ορμονών: της σωματοστατίνης, η οποία αναστέλλει την έκκριση και της εκλυτικής ορμόνης της αυξητικής ορμόνης, η οποία προκαλεί την έκκρισή της. Η hGH διεγείρει την αύξηση όλων των ιστών του σώματος. 
Η ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG) και η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) έχουν χρησιμοποιηθεί από μερικούς αθλητές για να αυξήσουν την παραγωγή της τεστοστερόνης (T) και της επιτεστοστερόνης (E) προκειμένου να επιτευχθούν οι επιδράσεις ντόπινγκ της τεστοστερόνης και για να καλύψουν αυτές τις επιδράσεις με την διατήρηση της αναλογίας T/E μέσα στα φυσιολογικά επίπεδα. Η ινσουλίνη εμφανίζει ισχυρή επίδραση στον μεταβολισμό των υδατανθράκων του λίπους και των πρωτεϊνών που μπορεί να ενισχυθεί επιπρόσθετα από άλλες ορμόνες ιδιαίτερα από την hGH και τους ινσουλινοεξαρτώμενους παράγοντες ανάπτυξης IGF. Οι δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία από τη χρήση αυτών των ορμονών περιλαμβάνουν αλλαγές στη διάθεση, υπερτροφική νευροπάθεια, απώλεια όρασης, άπνοια ύπνου και πιθανή ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ.
drucken 

www.doping-prevention.com