Technische Universität München

The Entrepreneurial University

 

Ο αγώνας κατά του ντόπινγκ

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, η εμπορευματοποίηση χαρακτήριζε τον αθλητικό κόσμο και ο αθλητισμός έχει βαθμιαία εξελιχθεί από μια «δραστηριότητα» σε μια «μεγάλη επιχείρηση». Η επίτευξη των χρυσών μεταλλίων έχει αποκτήσει υψηλή  αξία και η ανάγκη για επιτυχία πιέζει πολύ τους αθλητές, προπονητές και άλλους ανθρώπους του αθλητισμού να γίνουν πρωταθλητές. Η φράση «ο δεύτερος δεν  είναι τίποτα, ο πρώτος είναι τα πάντα» περιγράφει το σύγχρονο τρόπο σκέψης σε πολλές περιπτώσεις. Τελικά, η ανάγκη για επιτυχία οδήγησε σε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης περιστατικών κατάχρησης ουσιών και σε πολυάριθμες περιπτώσεις το ντόπινγκ σχετιζόταν με τους θανάτους αθλητών.

 

Επιστημονική απόδειξη

Ήδη το έτος 1910 στην Αυστρία, μετά από διάφορα μη αναμενόμενα αποτελέσματα σε αγώνες αλόγων, η επιστημονική χρήση ουσιών ντόπινγκ αποδείχθηκε για πρώτη φορά από τον Ρώσο χημικό Bukowski, ο οποίος απομόνωσε αλκαλοειδή στο σίελο των αλόγων. Το 1928, η Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικού Αθλητισμού (IAAF-Παγκόσμια Ομοσπονδία Κλασικού Αθλητισμού) έγινε η 1η Διεθνής Ομοσπονδία Αθλητισμού που απαγόρευσε το ντόπινγκ στα αθλήματα του στίβου. Πολλές άλλες Διεθνείς Ομοσπονδίες ακολούθησαν, αλλά ο αγώνας αντι-ντόπινγκ ήταν ακόμα σε βρεφική ηλικία με ελάχιστη αποτελεσματικότητα. Ο αυξημένος αριθμός περιπτώσεων ντόπινγκ στις διοργανώσεις τελικά οδήγησε τις αρχές να μιλήσουν ανοιχτά για τους κινδύνους που οι ουσίες προκαλούσαν – όχι μόνο στα άτομα αλλά επίσης στο πνεύμα του αθλητισμού.
Προγράμματα ελέγχου ουσιών έχουν υλοποιηθεί από τα τέλη του 1960. Ενώ η χρήση ουσιών ντόπινγκ από τους αθλητές φαινόταν να είναι σχεδόν κοινώς αποδεκτή, ο κόσμος του αθλητισμού προτιμούσε να αγνοεί το πρόβλημα ή απλά να συμμετέχει.

Οι αρχές του αντι-ντόπινγκ

Το πρώτο μεγάλο βήμα στον αγώνα κατά του ντόπινγκ έγινε το 1960, όταν το συμβούλιο της Ευρώπης, παρουσίασε μία λύση ενάντια στη χρήση ουσιών ντόπινγκ στον αθλητισμό. Φαίνεται ότι οι πρώτοι θάνατοι ήταν απαραίτητοι προκειμένου να ευαισθητοποιηθούν οι αρχές για το φαινόμενο αυτό. Η πρώτη νομοθεσία αντι-ντόπινγκ εμφανίζεται στη Γαλλία το 1963, καθώς ακολουθεί το Βέλγιο το 1965. Το 1967, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) θεσμοθέτησε τη σχετική ιατρική επιτροπή της ΔΟΕ. Έλεγχοι φαρμάκων πρωτοεμφανίστηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικό το 1968 και στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες της Γκρενόμπλ. Ένας κατάλογος απαγορευμένων ουσιών και μεθόδων (Απαγορευμένος Κατάλογος) δημιουργήθηκε από τη ΔΟΕ, μολονότι ο τεχνικός εξοπλισμός και οι διαδικασίες ελέγχου ήταν ακόμα ανεπαρκείς.

Οι εθνικές και οι διεθνείς αρχές συνέχισαν να υλοποιούν πρωτοβουλίες αντιντόπινγκ από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και η πλειοψηφία των Διεθνών Ομοσπονδιών εισήγαγαν διαδικασίες ελέγχου ουσιών. Ακολουθώντας τις αμφεταμίνες τη δεκαετία του 1950 και του 1960, η χρήση αναβολικών στεροειδών έγινε ευρέως διαδεδομένη εκείνη την εποχή. Αξιόπιστες μέθοδοι για τον εντοπισμό αναβολικών παραγόντων εισήχθησαν το 1974 και το 1976. Τα αναβολικά στεροειδή προστέθηκαν στον κατάλογο απαγορευμένων ουσιών της ΔΟΕ. Ως επακόλουθο αυτής της προόδου, ο αριθμός του αποκλεισμού αθλητών λόγω φαρμάκων στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και ειδικότερα σε αθλήματα δύναμης, αυξήθηκε. Ωστόσο, τα παγκόσμια ρεκόρ συνέχιζαν να βελτιώνονται ενώ οι υποψίες για Κρατικές επιχορηγήσεις ντόπινγκ σε μερικές χώρες δεν επιβεβαιωνόντουσαν μέχρι πρόσφατα.
Το 1983, ο έλεγχος αντι-ντόπινγκ έκανε ένα σημαντικό βήμα μπροστά εισάγοντας νέες αναλυτικές διαδικασίες. Η εισαγωγή της αεριοχρωματογραφίας και της φασματογραφίας μάζας επέτρεψε πιο αποτελεσματικούς ελέγχους ουσιών. Το σκάνδαλο κατά τη διάρκεια των Παναμερικανικών Αγώνων στο Καράκας (1983) στο οποίο πολλοί αθλητές ήταν θετικοί σε απαγορευμένες ουσίες και πολλοί άλλοι εγκατέλειψαν τους Αγώνες χωρίς να αγωνιστούν ήταν η απόδειξη της αποτελεσματικότητας των νέων διαδικασιών ελέγχου.

Τη δεκαετία του 1970, παράλληλα με τη χρήση αναβολικών στεροειδών, το ντόπινγκ αίματος γινόταν αρκετά δημοφιλές ιδιαίτερα στα αθλήματα αντοχής. Η ΔΟΕ απαγόρευσε το ντόπινγκ αίματος ως απαγορευμένη μέθοδο το 1986. Το ντόπινγκ αίματος χρησιμοποιούταν προκειμένου να αυξηθεί ο αιματοκρίτης και η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης. Ωστόσο, οι ίδιες επιδράσεις επιτυχαίνονταν με ουσίες όπως η ερυθροποιητίνη, καινούριες εκείνη την εποχή. Για το λόγο αυτό, η Ερυθροποιητίνη απαγορεύτηκε από τη ΔΟΕ το 1990. Παρ’ όλα αυτά, η ερυθροποιητίνη ήταν μη ανιχνεύσιμη για μεγάλη χρονική περίοδο καθώς δεν υπήρχε καμία αξιόπιστη μέθοδος ελέγχου. Αξιόπιστη μέθοδος ανίχνευσης της ερυθροποιητίνης χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ το 2000.
Λόγω ενός άλλου μεγάλου σκανδάλου κατά τη διάρκεια του Γύρου της Γαλλίας το 1998, η ΔΟΕ συγκάλεσε το Παγκόσμιο Συνέδριο για το Ντόπινγκ στον Αθλητισμό στη Λωζάννη, τον Φεβρουάριο του 1999. Το κύριο αποτέλεσμα του συνεδρίου αυτού ήταν η σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Αντι-Ντόπινγκ (WADA) τη 10η Νοεμβρίου 1999. Ο WADA είναι δομημένος στη βάση ίσης εκπροσώπησης στο Ολυμπιακό Κίνημα και τις Δημόσιες Αρχές. Το διοικητικό επιχειρησιακό κέντρο του WADA ήταν αρχικά στη Λωζάννη ενώ τώρα βρίσκεται στο Μόντρεαλ. Ο WADA καθορίζει ενιαία πρότυπα για τον αγώνα κατά του ντόπινγκ και συντονίζει τις προσπάθειες των αθλητικών οργανισμών και των δημόσιων αρχών. Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες δεν πρέπει να απευθύνονται μόνο στους υποστηρικτές της δίωξης του ντόπινγκ αλλά η πρόληψη εμφάνισης του ντόπινγκ θα πρέπει να αποτελεί τον κύριο σκοπό. Επομένως, η ενημέρωση και εκπαίδευση του κόσμου του αθλητισμού είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα για τον αγώνα κατά του ντόπινγκ και το παρόν πρόγραμμα της ΕΕ είναι μέρος αυτής της ελπιδοφόρας εκστρατείας.

drucken 

www.doping-prevention.com